Σοβαρές αιχμές για τη λειτουργία του Κοινοτικού Συμβουλίου, την έλλειψη διαβούλευσης και τον ρόλο που τελικά έχουν οι κοινότητες στις αποφάσεις του Δήμου
Στη λειτουργία του Κοινοτικού Συμβουλίου Κεφάλου και στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται αποφάσεις για σοβαρά ζητήματα του χωριού αναφέρθηκε ο Γιάννης Πολίτης, μιλώντας στον Ε97, με αφορμή το θέμα της ταφής ζωικών υποπροϊόντων στην περιοχή.
Ο Γιάννης Πολίτης ξεκαθάρισε από την αρχή ότι δεν αμφισβητεί την ανάγκη να υπάρχει νόμιμη και υγειονομικά ελεγχόμενη διαχείριση των ζωικών υπολειμμάτων. Το ζήτημα, όπως είπε, είναι άλλο: πριν ληφθεί μία τέτοια απόφαση για την Κέφαλο, θα έπρεπε να έχει προηγηθεί ουσιαστική ενημέρωση και διαβούλευση με τους κατοίκους.
«Δεν γίνεται να φορτωθεί ένα άλλο πρόβλημα χωρίς τη διαβούλευση των συγχωριανών μου», ανέφερε, επιμένοντας ότι πρόκειται για ένα θέμα που δεν αφορά μεμονωμένα πρόσωπα αλλά συνολικά το χωριό και το μέλλον του.
Ο προβληματισμός του γίνεται ακόμη μεγαλύτερος, όπως εξήγησε, λόγω της περιοχής στην οποία προβλέπεται να γίνει η ταφή. Στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχουν ήδη πεδίο βολής, γεωτρήσεις και υπολείμματα από ελαιοτριβεία, ενώ η Κέφαλος έχει περάσει ένα καλοκαίρι με σοβαρά προβλήματα στην υδροδότηση. Για τον ίδιο, όλα αυτά είναι δεδομένα που δεν μπορούν να αγνοηθούν πριν προχωρήσει οποιαδήποτε απόφαση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον τρόπο με τον οποίο συγκαλούνται τα Κοινοτικά Συμβούλια. Όπως περιέγραψε, προσκλήσεις για σοβαρά θέματα έφταναν μέσα στην τουριστική περίοδο με μικρό χρονικό περιθώριο, όταν οι περισσότεροι σύμβουλοι εργάζονταν και η παρουσία τους στις συνεδριάσεις ήταν δύσκολη.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι είχε ζητήσει να υπάρξει εγκαίρως συνεννόηση ώστε να ορίζονται ημερομηνίες στις οποίες θα μπορούσαν να συμμετέχουν όλοι, ιδιαίτερα όταν επρόκειτο να συζητηθεί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Αυτό, σύμφωνα με όσα είπε, δεν έγινε.
Παράλληλα απάντησε και στην κριτική που δέχθηκε για απουσίες του από συνεδριάσεις. Όπως ανέφερε, ακόμη και όταν δεν μπορούσε να παρευρεθεί λόγω εργασίας, είχε αποστείλει γραπτώς τη θέση και τη γνωμοδότησή του.
«Ουδέποτε άφησα τον κόσμο χωρίς εκπροσώπηση», είπε, σημειώνοντας ότι οι τοποθετήσεις του υπήρχαν στα πρακτικά και ότι βρισκόταν σε συνεχή επαφή με κατοίκους της Κεφάλου για τα προβλήματα του χωριού.
Ακόμη πιο σοβαρή ήταν η αναφορά του στην επικοινωνία με τη δημοτική αρχή. Ο Γιάννης Πολίτης είπε ότι είχε απευθυνθεί γραπτώς και είχε θέσει συγκεκριμένα ερωτήματα, χωρίς να πάρει τις απαντήσεις που περίμενε.
«Δεν πήρα καμία απάντηση ποτέ. Υπάρχουν τα email», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Διευκρίνισε πάντως ότι δεν θέτει το θέμα σε προσωπικό επίπεδο ούτε συνδέει τη στάση του με τις προσωπικές του σχέσεις με τον δήμαρχο. Όπως είπε, οι προσωπικές σχέσεις είναι ένα πράγμα και η θεσμική λειτουργία άλλο.
«Μιλάμε πάντα θεσμικά», τόνισε, εξηγώντας ότι επέλεξε να κινηθεί μέσα από την επίσημη διαδικασία και τη γραπτή επικοινωνία.
Το μεγαλύτερο ζήτημα που έθεσε, ωστόσο, αφορά τον ίδιο τον ρόλο των Κοινοτικών Συμβουλίων.
Κατά τον Γιάννη Πολίτη, ο θεσμός έχει αποδυναμωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε οι κοινοτικοί σύμβουλοι να περιορίζονται ουσιαστικά στη διατύπωση μιας γνωμοδότησης, η οποία στη συνέχεια μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη από το Δημοτικό Συμβούλιο.
Και εκεί χρησιμοποίησε την πιο αιχμηρή φράση της συνέντευξής του.
«Σαν γλάστρα», είπε, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο αισθάνεται ότι αντιμετωπίζεται σήμερα ο ρόλος του κοινοτικού συμβούλου.
Για τον ίδιο, αυτό δεν είναι ένα τυπικό θεσμικό ζήτημα. Οι κοινότητες είναι εκείνες που βρίσκονται πιο κοντά στην καθημερινότητα των χωριών και γνωρίζουν προβλήματα τα οποία δύσκολα μπορούν να αποτυπωθούν από το κέντρο της πόλης. Αυτός, όπως σημείωσε, θα έπρεπε να είναι και ο πραγματικός τους ρόλος: να μεταφέρουν τη φωνή των κατοίκων εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Η τοποθέτησή του έκλεισε με σαφή αναφορά στην κατάσταση της Κεφάλου.
«Η Κέφαλος αξίζει πολλά», είπε, εκφράζοντας την άποψη ότι το χωριό έχει μείνει πίσω για αρκετά χρόνια και χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση.
«Κάτι πρέπει να αλλάξει. Δεν είναι θέμα πολιτικό. Είναι θέμα πλέον ανθρώπινο», ανέφερε, ζητώντας να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στους ανθρώπους που ζουν, εργάζονται και μεγαλώνουν τις οικογένειές τους στην περιοχή.

