Κριτική στο μοντέλο ανάπτυξης των ΑΠΕ και στο αποτύπωμά του στις τοπικές κοινωνίες, με Χάλκη και Άγιο Ευστράτιο ως παραδείγματα μιας διαφορετικής προσέγγισης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση προβάλλει τα μεγάλα επενδυτικά προγράμματα στον τομέα της ενέργειας και ειδικότερα εκείνα που συνδέονται με την πράσινη μετάβαση και την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Την ίδια στιγμή, η χώρα έχει παραχωρήσει θαλάσσια οικόπεδα για έρευνα και πιθανή εξόρυξη ορυκτών καυσίμων, ενώ δεν έχει υιοθετήσει τη χρήση καθαρότερων καυσίμων στην παγκόσμια ναυτιλία, σε αντίθεση με την εισήγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μια αντίφαση που, κατά την άποψή μου, δείχνει ότι η προτεραιότητα μετατοπίζεται από την περιβαλλοντική πολιτική προς την επιχορήγηση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων με εξασφαλισμένη απόδοση.
Τα 2,3 δισ. ευρώ και τα οφέλη για τα νησιά
Ανάλογη εικόνα διαμορφώνεται και στην περίπτωση του επενδυτικού προγράμματος του Ταμείου Απανθρακοποίησης Νήσων. Παρότι γίνεται λόγος για επενδύσεις συνολικού ύψους 2,3 δισ. ευρώ στα νησιά, η ανάλυση του ίδιου του υπουργείου δείχνει ότι τα άμεσα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες θα είναι περιορισμένα, καθώς σημαντικό μέρος των κεφαλαίων θα κατευθυνθεί στην εισαγωγή εξοπλισμού και στις μεγάλες εταιρείες που θα αναλάβουν την κατασκευή των έργων.
Στα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες περιλαμβάνεται η σταθεροποίηση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία παραμένει προβληματική σε αρκετά νησιά, προκαλώντας ζημιές σε εξοπλισμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Παράλληλα, αναμένεται μείωση της ρύπανσης από τα υφιστάμενα εργοστάσια που θα τεθούν σε εφεδρεία.
Μια ακόμη θετική επίδραση μπορεί να προκύψει κατά τη διάρκεια της κατασκευής, μέσα από τις δαπάνες των συνεργείων που θα εργάζονται στα νησιά και την πιθανή απασχόληση κατοίκων που δραστηριοποιούνται στον κατασκευαστικό κλάδο.
Οι αντιδράσεις για τις ΑΠΕ στα νησιά
Ο συνδυασμός της ηλεκτρικής διασύνδεσης με το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ δημιουργεί, ωστόσο, προβληματισμό για τις πιθανές επιπτώσεις στο νησιωτικό τοπίο. Η εγκατάσταση έργων μεγάλης κλίμακας για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές αναμένεται να αφορά κυρίως μεγαλύτερα και λιγότερο τουριστικά νησιά.
Τα συγκεκριμένα σχέδια έχουν ήδη προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις σε νησιά όπως η Νάξος, η Άνδρος, η Χίος και η Ικαρία. Οι ενστάσεις επικεντρώνονται στον αριθμό των ανεμογεννητριών και των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, στις παρεμβάσεις που απαιτούνται για την κατασκευή τους και στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στο τοπίο. Στην περίπτωση της Χίου εκφράζονται επιπλέον ανησυχίες για την πρωτογενή παραγωγή και ειδικότερα για τις περιοχές καλλιέργειας της μαστίχας.
Το παράδειγμα της Χάλκης και του Αγίου Ευστρατίου
Ένα διαφορετικό μοντέλο έχει εφαρμοστεί στη Χάλκη και στον Άγιο Ευστράτιο. Πρόκειται για παρεμβάσεις μικρότερης κλίμακας, οι οποίες έχουν ως στόχο την κάλυψη σημαντικού μέρους των τοπικών ενεργειακών αναγκών.
Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, μεγάλο τμήμα του οικονομικού οφέλους παραμένει στην τοπική κοινωνία, μέσα από τη μείωση ή ακόμη και τον μηδενισμό του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τον Δήμο και τους κατοίκους μέσω ενεργειακών κοινοτήτων.
Αντίστοιχες πρακτικές εφαρμόζονται και σε άλλες χώρες, ιδιαίτερα σε νησιωτικές περιοχές της βόρειας Ευρώπης. Στην Ελλάδα έχει επιλεγεί ένα διαφορετικό μοντέλο, με σημαντική παρουσία μεγάλων κατασκευαστικών και ενεργειακών εταιρειών και περιορισμένη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
«Οικονομία της απληστίας»
Το επενδυτικό μοντέλο που ακολουθείται στον τομέα των ΑΠΕ είναι αντίστοιχο με εκείνο που εφαρμόζεται και σε άλλους κλάδους της οικονομίας. Τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κεφάλαια κατευθύνονται σε μεγάλο βαθμό προς μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, ενώ τα άμεσα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες παραμένουν περιορισμένα.
Στη θεωρία της οικονομικής και περιφερειακής ανάπτυξης υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις. Η πρώτη δίνει προτεραιότητα στην οικονομική επιτυχία των επενδύσεων, θεωρώντας ότι τα επιχειρηματικά κέρδη θα επανεπενδυθούν και σταδιακά θα διαχυθούν στην κοινωνία. Σε αυτή τη λογική, η αύξηση του ΑΕΠ βρίσκεται στο επίκεντρο, χωρίς αντίστοιχη έμφαση στη δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου.
Η δεύτερη προσέγγιση δίνει προτεραιότητα στους ανθρώπους και στους τόπους, επιδιώκοντας την ευημερία, τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα των τοπικών κοινωνιών. Οι επενδύσεις, σε αυτή την περίπτωση, κατευθύνονται στη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν σε επιχειρήσεις και κατοίκους να παραμένουν και να αναπτύσσονται στον τόπο τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια.
Η επιλογή του μοντέλου ανάπτυξης είναι δική μας υπόθεση.
Ο Γιάννης Σπιλάνης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου, διευθυντής του Εργαστηρίου Τοπικής και Νησιωτικής Ανάπτυξης και επιστημονικός υπεύθυνος στις «ΦΩΝΕΣ για το ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ».

