Τον κίνδυνο να τεθεί σε δοκιμασία η βιωσιμότητα των ακτοπλοϊκών γραμμών που εξυπηρετούν μικρά και ακριτικά νησιά της χώρας επισημαίνει με επιστολή της προς την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής η νεοσύστατη Ένωση Ελληνικών Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων Δημόσιας Υπηρεσίας (Ε.Ε.Ν.Ε.Δ.Υ.).
Η επιστολή, που απευθύνεται στον Υπουργό Ναυτιλίας Βασίλη Κικίλια, στον Υφυπουργό Στέφανο Γκίκα, στον Γενικό Γραμματέα Ναυτιλίας και Λιμένων Ευάγγελο Κυριαζόπουλοκαι στον Γενικό Γραμματέα Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής Εμμανουήλ Κουτουλάκη,εστάλη με αφορμή τις εξελίξεις που προκαλεί η νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και την εκρηκτική άνοδο των διεθνών τιμών καυσίμων.
Σύμφωνα με την Ένωση, οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις γραμμές δημόσιας υπηρεσίας εξυπηρετούν καθημερινά μικρά και απομακρυσμένα νησιά – πολλά από τα οποία βρίσκονται στα ανατολικά σύνορα της χώρας – διασφαλίζοντας τη συγκοινωνιακή σύνδεση των τοπικών κοινωνιών με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Όπως τονίζεται, τα δρομολόγια αυτά δεν αποτελούν απλώς μια εμπορική δραστηριότητα, αλλά βασική υποδομή κοινωνικής συνοχής και στήριξης της ζωής στα ακριτικά νησιά.
Ωστόσο, η λειτουργία τους γίνεται ολοένα δυσκολότερη, καθώς το κόστος καυσίμων – που αντιπροσωπεύει περίπου το 50% του συνολικού λειτουργικού κόστους ενός ακτοπλοϊκού πλοίου – αυξάνεται ραγδαία, χωρίς να υπάρχει πλέον μηχανισμός αντιστάθμισης των διακυμάνσεων.
Η Ε.Ε.Ν.Ε.Δ.Υ. επισημαίνει ότι η ρήτρα καυσίμου, η οποία για χρόνια λειτουργούσε ως βασικό εργαλείο εξισορρόπησης στις συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας, έχει καταργηθεί, με αποτέλεσμα οι εταιρείες να παραμένουν εκτεθειμένες στις ακραίες μεταβολές της αγοράς.
Την ίδια στιγμή, όπως σημειώνεται στην επιστολή, τα ναύλα στις γραμμές δημόσιας υπηρεσίας παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα εδώ και περίπου δώδεκα χρόνια, παρά τη σημαντική αύξηση του λειτουργικού κόστους στο ίδιο διάστημα.
Παράλληλα, το μέτρο της μείωσης των λιμενικών τελών που εφαρμόστηκε το προηγούμενο έτος δεν είχε ουσιαστικό οικονομικό αποτέλεσμα για πολλές από τις γραμμές που εξυπηρετούν μικρά νησιά. Σε αρκετές περιπτώσεις – όπως στο Καστελλόριζο, τον Άγιο Ευστράτιο, το Αγαθονήσι, τους Λειψούς και τους Αρκιούς – οι μόνιμοι κάτοικοι μετακινούνται χωρίς εισιτήριο στο πλαίσιο πολιτικών στήριξης των τοπικών κοινωνιών, με αποτέλεσμα τα έσοδα από εισιτήρια να είναι ελάχιστα ή μηδενικά και συνεπώς να μην προκύπτει ουσιαστική ελάφρυνση από τη μείωση των τελών.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η Ένωση υπογραμμίζει ότι οι γραμμές δημόσιας υπηρεσίας λειτουργούν σε εντελώς διαφορετικές οικονομικές συνθήκες σε σχέση με τις μεγάλες εμπορικές ακτοπλοϊκές γραμμές, καθώς δεν εξυπηρετούν μαζικές τουριστικές ροές ούτε διαθέτουν μεγάλο όγκο επιβατικής κίνησης.
Για τον λόγο αυτό ζητά την ενεργό συμμετοχή των εταιρειών που εξυπηρετούν τα ακριτικά νησιά στον διάλογο για τα μέτρα στήριξης της ακτοπλοΐας.
Ως άμεσο και ρεαλιστικό μέτρο, η Ε.Ε.Ν.Ε.Δ.Υ. προτείνει την επανενεργοποίηση – έστω και προσωρινά – της ρήτρας καυσίμου στις συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας, για όσο διάστημα διαρκεί η ακραία διακύμανση των διεθνών τιμών καυσίμων, με σημείο αναφοράς τις τιμές που ίσχυαν πριν από την έναρξη της σημερινής γεωπολιτικής κρίσης.
Σύμφωνα με την Ένωση, μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα των δρομολογίων προς τα μικρά και απομακρυσμένα νησιά, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η συνέχιση της εξυπηρέτησής τους.
«Η διατήρηση της ακτοπλοϊκής σύνδεσης των νησιών αυτών δεν αποτελεί απλώς ζήτημα μεταφορών, αλλά θέμα κοινωνικής συνοχής, ισότιμης πρόσβασης των πολιτών και έμπρακτης στήριξης των ακριτικών περιοχών της χώρας», τονίζεται χαρακτηριστικά.
Η Ένωση καταλήγει ότι οι εταιρείες που εξυπηρετούν αυτές τις συνδέσεις δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση, αλλά ίσους όρους επιβίωσης ώστε να συνεχίσουν να επιτελούν έναν ρόλο που – όπως υπογραμμίζεται – είναι ταυτόχρονα οικονομικός, κοινωνικός και εθνικός.
Παραθέτουμε ως έχει την επιστολή:
