Πριν από περίπου δυόμισι δεκαετίες, ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζορτζ Γ. Μπους προετοίμαζε μεθοδικά την αμερικανική κοινή γνώμη για την εισβολή στο Ιράκ. Περιόδευε σε ολόκληρη τη χώρα, προειδοποιώντας ότι το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν και τα υποτιθέμενα όπλα μαζικής καταστροφής αποτελούσαν άμεση απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ.
Τον Οκτώβριο του 2002, μιλώντας σε ραδιοφωνικό σταθμό του Σινσινάτι, υποστήριζε ότι το Ιράκ μπορούσε να επιτεθεί «οποιαδήποτε ημέρα» με χημικά ή βιολογικά όπλα, συγκρίνοντας τη συγκυρία με την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας του 1962 και προειδοποιώντας πως η αδράνεια ήταν «η πιο επικίνδυνη επιλογή».
Σήμερα, μεγάλο μέρος εκείνης της επιχειρηματολογίας θεωρείται αβάσιμο ή βασισμένο σε επιλεκτικές πληροφορίες. Ο πόλεμος που ακολούθησε καταγράφεται πλέον από πολλούς ιστορικούς ως ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά λάθη της σύγχρονης αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Και όμως, δύο δεκαετίες μετά, η Ουάσιγκτον βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα παρόμοιο δίλημμα — αυτή τη φορά με διαφορετικό πρόεδρο και ακόμη πιο ασαφές πλαίσιο.
Χωρίς σαφή επιχειρηματολογία
Ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται να αποφασίσει αν θα προχωρήσει σε νέα μεγάλη στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν, ενώ ήδη δύο ομάδες αεροπλανοφόρων και δεκάδες μαχητικά, βομβαρδιστικά και αεροσκάφη ανεφοδιασμού έχουν αναπτυχθεί σε απόσταση επιχειρησιακής εμβέλειας.
Σε αντίθεση όμως με τον Μπους το 2003, ο Τραμπ δεν έχει παρουσιάσει ένα σαφές και συνεκτικό αφήγημα προς την αμερικανική κοινωνία. Παρά τις απειλές για νέο πλήγμα, δεν έχει εξηγήσει ποια είναι η άμεση απειλή εναντίον των ΗΠΑ ούτε γιατί απαιτείται νέα στρατιωτική δράση, τη στιγμή που ο ίδιος έχει δηλώσει ότι οι πυρηνικές εγκαταστάσεις που επλήγησαν το προηγούμενο καλοκαίρι «εξαλείφθηκαν».
Κατά καιρούς επικαλείται διαφορετικούς λόγους: το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, την προστασία διαδηλωτών που καταστάλθηκαν βίαια, την αντιμετώπιση των πυραυλικών δυνατοτήτων του Ιράν απέναντι στο Ισραήλ και τη διακοπή της στήριξης προς οργανώσεις όπως η Χαμάς, οι Χούθι και η Χεζμπολάχ.
Ωστόσο, παραμένει ασαφές πώς μια αεροπορική εκστρατεία θα μπορούσε να επιτύχει ταυτόχρονα τόσο διαφορετικούς στόχους.
Χωρίς σχέδιο και χωρίς Κογκρέσο
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει παρουσιάσει ολοκληρωμένο σχέδιο στρατηγικής ούτε έχει απευθυνθεί εκτενώς στο Κογκρέσο για πιθανό πόλεμο με μια χώρα σχεδόν 90 εκατομμυρίων κατοίκων.
Παράλληλα, δεν έχει εξηγήσει γιατί επιλέγει τώρα σύγκρουση με το Ιράν και όχι με άλλες πυρηνικές απειλές, όπως η Βόρεια Κορέα, η οποία μετά τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις της πρώτης του θητείας έχει αυξήσει σημαντικά το πυρηνικό της οπλοστάσιο.
Ακόμη και στενοί συνεργάτες του αναγνωρίζουν τις δυσκολίες. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παραδέχθηκε σε κατάθεσή του ότι μια πιθανή αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν θα ήταν πολύ πιο σύνθετη επιχείρηση από προηγούμενες αμερικανικές προσπάθειες σε άλλες χώρες.
Χωρίς διεθνή συναίνεση
Η μεγαλύτερη ίσως διαφορά σε σχέση με το 2003 είναι η απουσία διεθνούς υποστήριξης.
Τότε, ο Μπους είχε τη στήριξη βασικών συμμάχων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ. Σήμερα, οι ΗΠΑ φαίνεται να κινούνται σχεδόν μόνες, πέρα από τη σαφή υποστήριξη του Ισραήλ.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ φέρεται να αρνήθηκε τη χρήση στρατιωτικών εγκαταστάσεων για επιχειρήσεις κατά του Ιράν, ενώ αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ δηλώνουν ότι έχουν λάβει ελάχιστες πληροφορίες για τα αμερικανικά σχέδια.
Η σκιά του «Δόγματος Πάουελ»
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η σημερινή προσέγγιση φαίνεται να αγνοεί βασικές αρχές του λεγόμενου «Δόγματος Πάουελ», που διαμορφώθηκε μετά το Βιετνάμ: πριν από τη χρήση στρατιωτικής ισχύος πρέπει να υπάρχει σαφής πολιτικός στόχος, ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας και εξάντληση όλων των διπλωματικών μέσων.
Στην περίπτωση του Ιράν, οι αιτιολογίες εμφανίζονται πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες — από τη μη διάδοση πυρηνικών έως την αλλαγή καθεστώτος.
Όπως σημειώνει ο πολιτικός επιστήμονας Ρόμπερτ Λίτγουακ, «το πρόβλημα δεν είναι αν το ιρανικό καθεστώς αποτελεί πρόκληση, αλλά ποια ακριβώς είναι η στρατηγική λύση».
Διπλωματικό αδιέξοδο και πιέσεις από το Ισραήλ
Οι διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη βρίσκονται σε αδιέξοδο. Οι ΗΠΑ ζητούν μόνιμη εγκατάλειψη του εμπλουτισμού ουρανίου, ενώ το Ιράν εμφανίζεται διατεθειμένο μόνο για προσωρινές δεσμεύσεις, επικαλούμενο δικαιώματα που απορρέουν από τη Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ βρίσκεται υπό έντονες πιέσεις από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου για αποφασιστικό πλήγμα κατά της Τεχεράνης, ενώ καλείται παράλληλα να διατηρήσει διεθνή νομιμοποίηση.
Πρώην αξιωματούχοι των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών προειδοποιούν ότι η ιδέα μιας «επίθεσης αποκεφαλισμού» που θα λύσει το πρόβλημα του Ιράν είναι υπερβολικά απλουστευτική και ενδεχομένως επικίνδυνη.
Η ιστορία ως προειδοποίηση
Η σύγκριση με το 2003 δεν αφορά μόνο την πιθανότητα πολέμου, αλλά τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Τότε υπήρχε σαφές αφήγημα — έστω και λανθασμένο. Σήμερα υπάρχει στρατιωτική προετοιμασία χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική αφήγηση.
Και αυτό, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο: οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να βρίσκονται ξανά ένα βήμα πριν από μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας, χωρίς να έχει απαντηθεί το βασικό ερώτημα που καθορίζει κάθε πόλεμο.
Τι ακριβώς θέλουν να πετύχουν.
