Γράφει η Άννα Σαρηγιάννη
Το πρωί της Τρίτης, στο Πνευματικό Κέντρο Κεφάλου, δεν έγινε απλώς μια συνάντηση. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που καταλαβαίνεις ότι κάτι έχει φτάσει στα όριά του. Η αίθουσα ήταν γεμάτη και ο κόσμος δεν ήρθε για να ακούσει. Ήρθε για να μιλήσει.
Οι ζημιές στο Καμάρι ήταν η αφορμή, αλλά όχι η μοναδική αιτία. Πίσω από κάθε τοποθέτηση υπήρχε μια συσσωρευμένη απογοήτευση. Άνθρωποι που ζουν εκεί όλο τον χρόνο, που εργάζονται εκεί, που βλέπουν τον τόπο τους να δοκιμάζεται και φοβούνται ότι, για άλλη μια φορά, όλα θα μείνουν στα λόγια.
Ο Δήμαρχος παρουσίασε την κατάσταση όπως είναι: ένα έργο με υψηλό κόστος, περιορισμένη μέχρι στιγμής χρηματοδότηση και μια προσπάθεια να βρεθούν πόροι ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι άλλα σχέδια θα μπουν σε δεύτερη μοίρα. Υπήρξε δέσμευση ότι ο δρόμος θα γίνει ξανά προσβάσιμος πριν ξεκινήσει η καλοκαιρινή περίοδος και ότι θα ακολουθήσουν παρεμβάσεις για την προστασία της περιοχής.
Όμως, αυτό που κράτησα δεν ήταν τα νούμερα. Ήταν το βλέμμα των ανθρώπων όταν μιλούσαν. Δεν ζητούσαν κάτι παράλογο. Ζητούσαν να μην ξεχαστούν μόλις κλείσουν τα μικρόφωνα και αδειάσει η αίθουσα.
Η Κέφαλος είναι από τα πιο ζωντανά κομμάτια αυτού του νησιού. Και ίσως αυτό που φάνηκε πιο καθαρά εκείνο το πρωί, είναι ότι οι άνθρωποί της δεν σκοπεύουν να μείνουν σιωπηλοί.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι τι ειπώθηκε. Είναι τι θα γίνει από εδώ και πέρα.
