Γράφει η Άννα Σαρηγιάννη…
Η Κως προβάλλεται ως ένας από τους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς της χώρας. Αεροδρόμιο με κίνηση, λιμάνι με αφίξεις, ξενοδοχεία που διαφημίζουν πληρότητα. Όμως πίσω από τα νούμερα, πίσω από τις αφίξεις και τα πακέτα, η τοπική αγορά ασφυκτιά. Ο μικρός επιχειρηματίας μετρά όχι τα κέρδη αλλά τις χαμένες μέρες. Οι ταβέρνες, τα καφέ, τα τουριστικά καταστήματα είναι γεμάτα… από προσδοκίες. Όχι από κόσμο.
Οι τουρίστες δεν βγαίνουν από τα ξενοδοχεία. Όχι επειδή περνούν τέλεια, αλλά επειδή δεν έχουν πώς να μετακινηθούν. Η συγκοινωνία είναι ανεπαρκής έως ανύπαρκτη. Ο επισκέπτης που θέλει να δει το νησί αναγκάζεται να καταφύγει σε ταξί ή ενοικίαση, κάτι που δεν είναι πάντα εφικτό ή οικονομικό. Αντί να περιηγηθεί, κάθεται. Όχι από επιλογή — από αδυναμία.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, η ζώνη Σένγκεν στο λιμάνι της Κω μετατρέπεται καθημερινά σε σημείο ταλαιπωρίας. Ουρές κάτω από τον ήλιο, αναμονή χωρίς υποδομές, περιστατικά λιποθυμιών. Επισκέπτες από γειτονικά νησιά ή την Τουρκία αποθαρρύνονται. Το νησί χάνει τουρίστες όχι επειδή δεν έχει τι να προσφέρει — αλλά επειδή δεν έχει πώς να τους υποδεχτεί.
Κέφαλος – Τουρισμός χωρίς τουρίστες
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο έντονη στην Κέφαλο. Μια περιοχή με τουριστικό παρελθόν, μοναδικές παραλίες, υποδομές και κατοίκους που δίνουν μάχη να κρατήσουν τις επιχειρήσεις τους ανοιχτές. Κι όμως, ούτε ένα μέσο μαζικής μεταφοράς δεν υπάρχει για να τη συνδέει με την υπόλοιπη Κω. Καμία δημοτική συγκοινωνία, κανένα δρομολόγιο. Η Κέφαλος, στην πράξη, λειτουργεί ως νησί μέσα στο νησί – αποκομμένη, παραμελημένη.
Το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό. Ο φετινός Μάιος ήταν, σύμφωνα με τους επιχειρηματίες της περιοχής, ο χειρότερος της τελευταίας πενταετίας. Τα καταστήματα άδεια, οι πελάτες μετρημένοι στα δάχτυλα, και η τουριστική περίοδος ξεκινά με το χειρότερο δυνατό σήμα.
Κουρασμένοι επαγγελματίες, εξαντλημένες επιχειρήσεις
Η καθημερινότητα στην αγορά του νησιού είναι το χρονικό μιας αργής εξουθένωσης. Η έλλειψη προσωπικού έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Εστιατόρια, καφέ και τουριστικά καταστήματα υποχρεώνονται να μένουν κλειστά μία ημέρα την εβδομάδα εν μέσω σεζόν, απλώς γιατί δεν έχουν ανθρώπους να δουλέψουν. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις λειτουργούν κυριολεκτικά με τα χέρια των ιδιοκτητών.
Την ίδια στιγμή, η εφαρμογή της κάρτας εργασίας λειτουργεί σαν θηλιά για τα μικρά καταστήματα. Ένα μέτρο που, στην πράξη, είναι σχεδιασμένο για μεγάλες επιχειρήσεις με οργανωμένα λογιστήρια και προσωπικό – όχι για την πλειοψηφία των μικρών μονάδων της Κω που παλεύουν μόνες. Αντί για στήριξη, παίρνουν ένα ακόμα διοικητικό βάρος στην πλάτη.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, επιχειρηματίες σε ολόκληρο το νησί κλείνουν τα ταμεία της ημέρας με 50 έως 120 ευρώ – ποσά που όχι μόνο δεν καλύπτουν τις βασικές ανάγκες, αλλά τους αποτρέπουν και από το να είναι συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.
50 χιλιόμετρα στασιμότητας – χωρίς συγκοινωνία
Ο περιορισμός της ταχύτητας στα 50 χλμ/ώρα μπορεί να έγινε με καλή πρόθεση, αλλά μέσα σε ένα νησί χωρίς δημόσια συγκοινωνία, το αποτέλεσμα είναι επιβαρυντικό. Με περισσότερα Ι.Χ. και ταξί στους δρόμους, η κυκλοφορία επιβραδύνεται και οι μετακινήσεις γίνονται όλο και πιο δύσκολες.
Χωρίς ένα βασικό δίκτυο αστικής συγκοινωνίας, η Κως χάνει τη συνοχή της. Οι αποστάσεις μοιάζουν μεγαλύτερες απ’ όσο είναι. Και η καθημερινότητα —για επισκέπτες και κατοίκους— γίνεται αργή, δύσκαμπτη και ασύνδετη.
Νησί γεμάτο τουρίστες, μα άδειο από ζωή
Και όσο η αγορά παλεύει σιωπηλά, όσο τα προβλήματα γίνονται «κανονικότητα», η Κως μετατρέπεται σε μια τουριστική βιτρίνα με ραγισμένη πίσω πλευρά. Ένα νησί με τουρίστες που δεν βλέπουν το νησί. Με επαγγελματίες που δουλεύουν μόνοι τους μέχρι εξάντλησης. Με καταστήματα ανοιχτά στο όνομα, κλειστά στην ουσία.
Γιατί όσο κι αν πανηγυρίζουν τα νούμερα, αν η καθημερινότητα των κατοίκων είναι αβίωτη, τότε δεν υπάρχει ανάπτυξη – υπάρχει απόγνωση.
Και όταν η ίδια η νησιωτικότητα καταρρέει στην πράξη, το ρολόι δεν δείχνει ούτε πρόοδο ούτε επιστροφή.
Δείχνει: «Ώρα Μηδέν».
