Γράφει η Άννα Σαρηγιάννη
Σήμερα αποφάσισα να κάνω μια συνειδητή παύση. Να αφήσω για λίγο στην άκρη την τοπική ειδησεογραφία, τις ατέρμονες πολιτικές αντιπαραθέσεις και τα «κακώς κείμενα» της καθημερινότητας που μας φθείρουν, για να καταπιαστώ με κάτι διαφορετικό: τον αθλητισμό. Και μάλιστα, να το κάνω απολύτως αντικειμενικά, παρότι ως φίλαθλος του Παναθηναϊκού η καρδιά μου έχει συγκεκριμένο χρώμα.
Καθώς ο χρόνος μετράει αντίστροφα για το Final Four της EuroLeague (22-24 Μαΐου) στο ανακαινισμένο ΟΑΚΑ, το ελληνικό μπάσκετ βρίσκεται μπροστά σε μια εξαιρετικά σπάνια συγκυρία, που αξίζει να αναλυθεί αυστηρά με μπασκετικούς και κοινωνικούς όρους, μακριά από οπαδικές παρωπίδες.
Η διπλή ελληνική κυριαρχία
Η παράλληλη, εξαιρετική πορεία του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη της αναγέννησης του ελληνικού μπάσκετ. Μετά από χρόνια κυριαρχίας ισπανικών και τουρκικών συλλόγων, οι δύο εκπρόσωποί μας έχουν επιστρέψει δυναμικά στην κορυφή της ευρωπαϊκής ελίτ. Το γεγονός ότι και οι δύο διεκδικούν με αξιώσεις το βαρύτιμο τρόπαιο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα από το πρίσμα της στείρας αντιπαράθεσης, αλλά ως ένα εθνικό αθλητικό επίτευγμα που αναβαθμίζει συνολικά το προϊόν μας. Η συνύπαρξη δύο ισχυρών οργανισμών ανεβάζει τον πήχη του ανταγωνισμού και βελτιώνει νομοτελειακά και τις δύο πλευρές.
Είναι αλήθεια πως η εγχώρια αθλητική κουλτούρα ταλανίζεται παραδοσιακά από τοξικότητα, μια παθογένεια που, κακά τα ψέματα, θυμίζει συχνά το τοξικό κλίμα της εγχώριας πολιτικής σκηνής. Η επιτυχία του ενός συχνά ερμηνεύεται, λανθασμένα, ως αποτυχία ή απειλή για τον άλλον.
Ενόψει μιας διοργάνωσης παγκόσμιου βεληνεκούς επί ελληνικού εδάφους, αυτή η νοοτροπία αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Είναι επιτακτική ανάγκη να αφήσουμε πίσω τα φαντάσματα του παρελθόντος. Η αναγνώριση της προσπάθειας και της δυναμικής του αντιπάλου δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά θεμέλιο λίθο της αθλητικής παιδείας.
Πάμε τελικό;
Το σενάριο ενός αμιγώς ελληνικού τελικού στην Αθήνα έχει πάψει να ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας και αποτελεί πλέον μια ρεαλιστική πιθανότητα. Εφόσον οι δύο «αιώνιοι» διασταυρώσουν τα ξίφη τους την Κυριακή 24 Μαΐου, η πρωτεύουσα θα φιλοξενήσει τον σπουδαιότερο ίσως αγώνα στην ιστορία των ευρωπαϊκών διασυλλογικών διοργανώσεων.
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο οφείλει να λειτουργήσει ως η απόλυτη γιορτή του αθλήματος. Αποτελεί τη χρυσή ευκαιρία να αποδείξουμε διεθνώς ότι η Ελλάδα διαθέτει όχι μόνο κορυφαίες ομάδες, αλλά και την ωριμότητα να διοργανώσει ένα τόσο υψηλής έντασης παιχνίδι με απόλυτη ασφάλεια, άρτια οργάνωση και αλληλοσεβασμό.
Η φετινή διοργάνωση αποτελεί ορόσημο. Είτε το τρόπαιο καταλήξει σε «πράσινα» χέρια, είτε σε «ερυθρόλευκα», η πραγματική νίκη για τη χώρα μας θα κριθεί στις κερκίδες και στην εικόνα που θα εκπέμψουμε προς τα έξω. Το Final Four της Αθήνας δεν έχει χώρο για φανατισμούς. Ανήκει αποκλειστικά στο ίδιο το μπάσκετ , και είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη ότι, αν αφήσουμε στην άκρη τα μικρά που μας χωρίζουν, μπορούμε να πετύχουμε τα μεγάλα που μας ενώνουν.
Υ.Γ. Επειδή, ωστόσο, η αντικειμενικότητα δεν σημαίνει και απουσία συναισθήματος: Ως φίλαθλος του Παναθηναϊκού, προφανώς και η μεγαλύτερη ευχή μου είναι να δω την ομάδα μου να κερδίζει.
Αν όμως τα πράγματα δεν έρθουν έτσι, θα είμαι ειλικρινά χαρούμενη αρκεί η κούπα να παραμείνει σε ελληνικά χέρια. Η ουσία, στο τέλος της ημέρας, είναι να κερδίσει το ελληνικό μπάσκετ.
