Είναι αλήθεια ότι η συνέντευξη του Νίκου Σοφού στον «Έκφραση 97» βάζει στο τραπέζι μια συζήτηση που η τοπική κοινωνία της Κω και γενικότερα τα νησιά μας είχε ανάγκη να ακούσει, μακριά από τα συνήθη επικοινωνιακά πανηγύρια για τα ρεκόρ αφίξεων. Ουσιαστικά, το βασικό ερώτημα που θέτει συμπυκνώνει όλο το πρόβλημα: δουλεύουμε τελικά για να μετράμε αριθμούς στο αεροδρόμιο ή για να βλέπουμε τι μένει στο ταμείο στο τέλος της ημέρας;
Αυτό που κάνει εντύπωση είναι η ωμή παραδοχή ότι πριν από είκοσι χρόνια, με τον μισό τουρισμό, το βιωτικό επίπεδο των κατοίκων ήταν αισθητά καλύτερο. Όταν η μαζική αύξηση των επισκεπτών δεν συνοδεύεται από ανάλογη αύξηση του εισοδήματος που διαχέεται στην τοπική αγορά, αλλά αντίθετα φέρνει πίεση στις υποδομές, ακρίβεια και κόπωση, γίνεται φανερό ότι το μοντέλο χωλαίνει.
Ιδιαίτερα εύστοχη είναι και η επισήμανσή του για τις πιέσεις που ασκούν οι μεγάλοι tour operators. Όταν οι τουριστικοί οργανισμοί ζητούν οικονομική ενίσχυση για να προωθήσουν τις πτήσεις τους, ουσιαστικά επιχειρούν να μετακυλίσουν το δικό τους επιχειρηματικό ρίσκο στις πλάτες του προορισμού και των ξενοδόχων. Μια τέτοια πρακτική μπορεί να εξασφαλίζει μια πλασματική πληρότητα στα χαρτιά, όμως δεν αφήνει το επιθυμητό καθαρό οικονομικό όφελος στον τόπο.
Ως προς την επόμενη μέρα, ο κ. Σοφός επισημαίνει κάτι πολύ ουσιαστικό: η Κως δεν έχει ανάγκη από άλλο μάρκετινγκ ή από αλλαγή στο περιτύλιγμα, αλλά από πραγματική εξέλιξη του τουριστικού της προϊόντος. Η στροφή σε ειδικές μορφές τουρισμού, όπως η Ιπποκρατική κληρονομιά, ο ποδηλατικός και ο συνεδριακός τουρισμός, σε συνδυασμό με τη στενή συνεργασία με τα γειτονικά νησιά ώστε η Κως να λειτουργεί ως πύλη εισόδου για ολόκληρη τη γωνιά του Αιγαίου, δείχνει έναν πιο ώριμο δρόμο.
Τέλος, ακόμα και η κριτική του για τα έξοδα των εκθέσεων , όπως τα εξήντα χιλιάδες ευρώ για το περίπτερο στο Λονδίνο και η θέση του ότι σε αυτές τις διοργανώσεις πρέπει να πρωτοστατούν οι επαγγελματίες και οι εξειδικευμένοι άνθρωποι αντί για πολυπληθείς πολιτικές αποστολές, αναδεικνύουν την ανάγκη για μεγαλύτερη σοβαρότητα και ορθολογισμό στη διαχείριση των πόρων.

